Ή Μετά Την Επόμενη Μέρα, ή Πολύ σκληρός για να Πεθάνει, ή Ράμπο 1, 2, 3 και 4, ή Επικίνδυνες Αποστολές 1, 2 και 3 ή όποια ταινία περιπέτειας σας έρχεται στο μυαλό.
Καφές στο Χαλάνδρι με τον σύζυγο και το μωρό στο καρότσι να παίζει με την κουδουνίστρα/την πιπίλα/το ποτηράκι με το νερό/το καπάκι από το ποτηράκι με το νερό/τη ζώνη του καροτσιού/να χαζεύει τους περαστικούς/την κυρία με τις πέρλες δεξιά/τον χοντρό κύριο αριστερά/ τα παιδάκια ολούθε ή να κάθεται ήρεμα στην αγκαλιά μας και να λέμε τραγουδάκια, να γαργαλιόμαστε και να πιάνουμε γελώντας το παγωμένο ποτήρι του νερού: ΑΞΙΑ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΗ.
Στην πραγματικότητα; Ο καθένας πίνει τον καφέ μόνος του και ο άλλος πηγαίνει τη μικρή {η οποία ωρύεται και βαλαντώνει στο κλάμα χωρίς προφανή λόγο (προφανώς νυστάζει, απολύτως φυσικό αφού μόλις ξύπνησε από τον μεσημεριανό ύπνο, έχει φάει την κρεμούλα της και στη διαδρομή τραγουδάει ευτυχισμένη στο πίσω κάθισμα, this is ironic ok?)} βόλτα με το καρότσι σε ένα ωραιότατο πλακόστρωτο πεζόδρομο, με λακουβάκια, ό,τι πρέπει για να προκαλέσουν νανούρισμα. Κι όμως η νύφη του Τσάκι αντιστέκεται σθεναρά και αποφασίζει να δώσει δυναμικά το παρόν και στο Χαλάνδρι. Περαστικοί μας κοιτάνε με συμπάθεια, οι διπλανοί με μίσος γιατί θέλουν να πιουν ήρεμα τον καφέ τους στο διάλλειμα από το window shopping, κι εμείς ψύχραιμοι εξωτερικά και μόνο, πίνουμε με δυο ρουφηξιές τον φρέντο και κλαίμε τα 4 ευρώ επί δύο.
Στο διπλανό τραπέζι, δυο παιδάκια (4 και 6 να υποθέσω;) επιμένουν να μπαινοβγαίνουν στο απέναντι κατάστημα, έτσι για πλάκα και οι γονείς τους να τους τσουβαλιάζουν ξανά και ξανά έξω και να τους παρακαλούν να κάτσουν φρόνιμα. Κάποια στιγμή έρχεται η μικρή και λέει: Μαμά έκανα μια κλανιά! Η μαμά τρομάζει και μαλώνει τον μεγάλο: Εσύ της τα λες αυτά και τα επαναλαμβάνει; Ο μεγάλος: Έκανε μια κλανιά! Μπαμπάς: Μα είσαι χαζός; Μαμά: Ε μάλλον είναι!
Συνειδητοποιώ ότι καφές με παιδιά, ανεξαρτήτου ηλικίας είναι μια πίστα δύσκολη, που χρειάζεται γερά νεύρα ή παιδάκια μάλαμα. Ή μήπως ζουρλομανδύα; Ή δέσιμο στο καρότσι και κλάμα μέχρι τελικής πτώσης; Καταλήγω με τη μικρή αγκαλιά, για την οποία συνήθως είμαι το φάρμακό της, όμως όχι για σήμερα, η νύφη του Τσάκι, χτυπιέται λες και την τσίμπησε μύγα τσε τσε. Και καταλήγει να κλαίει μέσα στον ύπνο της, μέσα στο αυτοκίνητο, καθώς επιστρέφουμε σπίτι. Καφέ δεν θέλατε; Ωραιότατα θα τον πίνατε και σπίτι σας!
Όμως όχι δεν μας σταματάει τίποτα. Αύριο πάλι για «τάτα» θα είμαστε! Που θα πάει, θα στρώσει, θα γυρίσει στα σύγκαλά της το κοριτσάκι, φάση είναι θα περάσει, σκέφτεται η Πολυάννα-μαμά, της οποίας η ζωή όπως διαβάζω «δεν είναι πάντα εύκολη και συχνά δοκιμάζεται η αισιοδοξία της. Μικροδιαφορές που πρέπει να κανονιστούν, ζητήματα που πρέπει να διορθωθούν, αρρώστιες, που πρέπει να τις προλάβει, ή να τις παρακολουθήσει άγρυπνη. H Πολυάννα όμως ξεπερνάει όλες τις δυσκολίες, και κατορθώνει να παραμείνει ευτυχισμένη μαμά κι ευτυχισμένη σύζυγος».


























